Σάββατο, 9 Απριλίου 2011

Οδυσσέας Ελύτης - Ο μεγάλος Έλληνας φιλόσοφος και ποιητής



100 χρόνια μετά από τη γέννηση του μεγάλου Έλληνα ποιητή και φιλόσοφου Οδυσσέα Ελύτη. Είναι υποχρέωση μας να  τον τιμήσουμε και να θυμόμαστε το πνεύμα ενός ελεύθερου Έλληνα.

Ανοιχτά χαρτιά ( Αποσπάσματα)


α’
Έλληνας σημαίνει να αισθάνεσαι και ν’ αντιδράς κατά έναν ορισμένο τρόπο, τίποτε άλλο. Είναι μια λειτουργία που έχει άμεση σχέση με το δράμα του Σκότους και του Φωτός που παίζουμε όλοι μας εδώ, σ’ αυτήν την γωνιά της υδρογείου. Αν είναι κανείς μικρός ή μεγάλος, γεννημένος εδώ ή εκεί, με σημασία εθνική ή πανανθρώπινη, αυτό είναι ένα άλλο εντελώς ζήτημα.
Μια «κατεψυγμένη» αλήθεια για την Ελλάδα π.χ. είναι η ιστορία της όπως την ερμηνεύουν οι επίσημοι Έλληνες. Μια άλλη « κατεψυγμένη» επίσης, είναι η ιστορία της, όπως μας την παρουσιάζουν οι Ευρωπαίοι. Η ζωντανή αλήθεια, πιστεύω, βρίσκεται και πάλι στην ιστορία της, όπως την ανακαλύπτεις ν’ αναδύεται μέσα σου, από την προσωπική σου εμπειρία και που, τα γεγονότα ή τα μνημεία της τέχνης, απλά και μόνο την υπομνηματίζουν και την εικονογραφούν.
Η Ελλάδα, έχω καταλήξει από καιρό σ’ αυτό το συμπέρασμα, είναι μια συγκεκριμένη αίσθηση- θ’ άξιζε να βρεθεί γι’ αυτήν ένα γραμμικό σύμβολο- που η ανάλυση της, η εύρεση των αντιστοιχιών της σ’ όλους τους τομείς, αναπαράγει αυτόματα και σε κάθε στιγμή, την ιστορία της, τη φύσης της, τη φυσιογνωμία της.

β’
Η Ελλάδα για τη νεότητα μου, εστάθηκε θάμβος. Δεν υπήρξα ούτε πατριώτης, ούτε φυσιολάτρης ή τουλάχιστον δοκίμασα μεγάλη απορία όταν είδα να μου αποδίδουν τις ιδιότητες αυτές. Ό, τι περίπου θα δοκίμαζε κάποιος, σε καιρούς παλιούς, που θα υποψιαζότανε μέσα στις καταιγίδες τον ηλεκτρισμό, και θα του έλεγαν οι γύρω του πως είναι ένας ρομαντικός του φθινοπώρου. Τόσο ανίκανος στάθηκα, φαίνεται, ν’ αποχωρήσω την αίσθηση από το αντικείμενο της και να δείξω στο πνεύμα όλα της τα παράγωγα.

γ’
Το φως και η ιστορία στην Ελλάδα, είναι ένα και το ίδιο πράγμα. Με την έννοια ότι σε έσχατη ανάλυση, το ένα αναπαράγει το άλλο, το ένα ερμηνεύει και δικαιώνει το άλλο, ακόμη και το κενό που είναι το μαύρο, αφού άλλο σκιόφως η χωρά αυτή με την ισοτιμία των ηθικών και των φυσικών αξιών που προσφέρει, δε συμβαίνει να γνωρίζει.

δ’
Όντας στον ελάχιστο βαθμό ποιητικός, αγάπησα στον μέγιστο βαθμό την Ποίηση, με τον ίδιο τρόπο, που, όντας στον ελάχιστο βαθμό « πατριώτης», αγάπησα στον μέγιστο βαθμό την Ελλάδα. Οπωσδήποτε,δεν είναι από αδεξιότητα που γίνομαι άλλος όταν πιάνω την πένα. Η αλήθεια βγαίνει χυτή σαν το νιόκοπο άγαλμα, μόνο μεσ’ από τα καθάρια νερά της μοναξιάς, κι η μοναξιά της πένας είναι από τις πιο μεγάλες. Αντίθετα με όσους πασχίζουν, στο μάκρος μιας ολόκληρης ζωής να « φτιάξουν» το φιλολογικό τους ομοίωμα, εννοώ να το καταστρέφω σε κάθε ώρα και σε κάθε στιγμή, αποβλέποντας στο πρωτότυπο και μόνο που, από τη φύση του, είναι για να πλάθεται ολοένα, έτοιμος να το ξαναρχίζω για λογαριασμό ακριβώς της ενότητας ζωής και τέχνης που, νομίζω, βρίσκεται πολύ πριν η πολύ μετά από τα καμώματα των σαλονιών και των καφενείων.

ε’
Ένα σκαλοπάτι πιο πάνω απ’ την αντίληψη ότι η Ποίηση είναι μια απλή εξομολόγηση, έβλεπα ν’ αλλάζει ο ορίζοντας κι ολόκληρο το τοπίο, ακριβώς όπως από την κορυφή ενός νησιού στα δικά μας μέρη όπου, άξαφνα, οι γνώριμες προεξοχές της στεριάς αλλάζουνε σχήμα, σου αποκαλύπτονται ανυποψίαστοι όρμοι και κάβοι, μακρινές ράχες άλλων νησιών, ένας καινούργιος πιο πλατύς και πιο πλούσιος στην ποικιλομορφία του κόσμος. Κι η κρησάρα της συνείδησης ν’ απορρίπτει και να κρατάει, να κρατάει και να απορρίπτει όσο που μια μέρα να νιώσεις τον εαυτό σου καθαρό και διάφανο, τέτοιον που όλες οι μυστικές σου ροπές τον θέλανε και που όλες οι συνθήκες γύρω σου συνωμοτούσαν να τον παραλλάξουν. Τόσο δύσκολο, μα τόσο δύσκολο ν’ αφήσεις την εποχή σου να σε σφραγίσει, χωρίς να σε παραχαράξει.

στ’
Η αγάπη στην ποίηση μου ήρθε από μακριά και, αν μπορεί να το πει αυτό κανένας, έξω απ’ τη λογοτεχνία. Το συνειδητοποίησα μια μέρα, καθώς τριγύριζα στις αίθουσες του Βρετανικού Μουσείου και βρέθηκα μπροστά σ’ έναν πάπυρο πρασινωπό, αν θυμάμαι καλά, με χαραγμένο επάνω του, αρκετά καθαρά, ένα απόσπασμα της Σαπφώς. Ύστερα από σωρούς τα λατινικά χειρόγραφα που κατάπινα τα χρόνια εκείνα, ένιωθα μια πραγματική ανακούφιση, μου φαινότανε ότι ο κόσμος ίσιωνε και έμπαινε στην σωστή του θέση. Αυτά τα λιγνόκορμα, συμπαγή κεφαλαία, συγκροτούσανε μια γραφική παράσταση διαυγή και μυστηριακή μαζί, που μου έκανε νόημα φιλικό μέσ’ από τους αιώνες. Σα να βρισκόμουν πάλι σ’ ένα γιαλό της Μυτιλήνης και να άκουγα τη κόρη του περιβολάρη μας να τραγουδά.

ζ’
Να γιατί γράφω. Γιατί η Ποίηση αρχίζει από εκεί που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο θάνατος. Είναι η λήξη μιας ζωής και η έναρξη μιας άλλης, που είναι η ίδια με την πρώτη αλλά που πάει πολυ βαθιά, ως το ακρότατο σημείο που μπόρεσε ν’ ανιχνεύσει η ψυχή, στα σύνορα των αντιθέτων, εκεί που ο Ήλιος και ο Άδης αγγίζονται. Η ατελεύτητη φορά προς το φως το φυσικό που είναι ο Λόγος, και το φως το Άκτιστον που είναι ο Θεός. Γι’ αυτό γράφω. Γιατί με γοητεύει να υπακούω σ’ αυτόν που δε γνωρίζω, που είναι ο εαυτός μου ολάκερος, όχι ο μισός που ανεβοκατεβαίνει τους δρόμους και « φέρεται εγγεγραμμένος στα μητρώα αρρένων του Δήμου».
Είναι σωστό να δίνουμε στο άγνωστο το μέρος που του ανήκει, να γιατί πρέπει να γράφουμε. Γιατί η Ποίηση μας ξεμαθαίνει από τον κόσμο, τέτοιον που τον βρήκαμε, τον κόσμο της φθοράς που, έρχεται κάποια στιγμή να δούμε ότι είναι η μόνη οδός για να υπερβούμε τη φθορά, με την έννοια που ο θάνατος είναι η μόνη οδός για την Ανάσταση.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.