Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Ασκητική- Σχέση Ανθρώπου και Ανθρώπου

Ποια είναι η ουσία του Θεού μας; Ο αγώνας για την ελευτερία. Μέσα στο ακατάλυτο σκοτάδι μια φλογερή γραμμή ανηφορίζει και σημαδεύει την πορεία του Αόρατου. Ποιό είναι το χρέος μας; Να ανεβαίνουμε την αιματερή τούτη γραμμή μαζί του.
Καλό είναι ό,τι ορμάει προς τ’ απάνω και βοηθάει το Θεό να ανηφορίσει. Κακό είναι ό,τι βαραίνει προς τα κάτω, κι αμποδάει το Θεό ν’ ανηφορίσει.
Όλες οι αρετές κι οι κακίες παίρνουν τώρα καινούργια αξία, λευτερώνονται από τη στιγμή και από το χώμα, υπάρχουν απόλυτα μέσα στον άνθρωπο, πριν και μετά τον άνθρωπο, αιώνιες.
Γιατί η ουσία της ηθικής μας δεν είναι η σωτηρία του ανθρώπου, που αλλάζει μέσα στον καιρό και στον τόπο, παρά η σωτηρία του Θεού, που μέσα από λογής λογής ρεούμενες ανθρώπινες μορφές και περιπέτειες είναι πάντα ο ίδιος, ο ακατάλυτος ρυθμός που μάχεται για ελευθερία.
Άθλιοι είμαστε οι άνθρωποι, άκαρδοι, μικροί, τιποτένιοι. Μα μέσα μας, μια ουσία ανώτερη μας μας σπρώχνει ανήλεα προς τ’ απάνω.
Μέσα από την ανθρώπινη τούτη λάσπη, θεία τραγούδια ανάβρυσαν, ιδέες μεγάλες, έρωτες σφόδροι, μια έφοδο ακοίμητη, μυστηριωδική, χωρίς αρχή και τέλος, χωρίς σκοπό, πέρα από κάθε σκοπό.
Τέτοιος βώλος λάσπη είναι, η ανθρωπότητα, τέτοιος βώλος λάσπη είναι ο καθένας μας. Ποιό είναι το χρέος μας; Να μαχόμαστε ν’ανθίσει ένα μικρό λουλούδι απάνω στο λίπασμα τούτο της σάρκας και του νου μας.
Πολέμα από τα πράγματα, πολέμα από τη σάρκα, από την πείνα, από το φόβο, πολέμα από την αρετή κι από την αμαρτία να δημιουργήσεις Θεό.
Πώς ξεκινάει το φώς από ένα άστρο και χύνεται  μέσα στη μαύρη αιωνιότητα και οδοιποράει αθάνατο; Το άστρο πεθαίνει, μα το φώς ποτέ του, τέτοια και η κραυγή της ελευθερίας.
Πολέμα, από την πρόσκαιρη συνάντηση των αντίδρομων δυνάμεων που αποτελεί  την ύπαρξη σου, να δημιουργήσεις ό,τι αθάνατο μπορεί ο θνητός απάνω στον κόσμο τούτον- μια Κραυγή.
Αυτή, παρατώντας στο χώμα το κορμί που το γέννησε, οδοιποράει και δουλεύει αιώνια.
Ένας Έρωτας σφοδρός διαπερνάει το Σύμπαντο. Είναι σαν τον αιθέρα: σκληρότερος από το ατσάλι, μαλακότερος από τον αγέρα.
Ανοίγει, διαπερνάει τα πάντα, φεύγει, ξεφεύγει. Δεν αναπαύεται στη θερμή λεπτομέρεια, δεν σκλαβώνεται στο αγαπημένο σώμα. Είναι Έρωτας Στρατευόμενος. Πίσω από τους ώμους του αγαπημένου αγναντεύει τους ανθρώπους να σαλεύουν και να βογκούν σαν κύματα, αγναντεύει τα ζώα και τα φυτά να σμίγουν και να πεθαίνουν, αγναντεύει το Θεό να κιντυνεύει και του φωνάζει: « Σώσε με!»
Ο Έρωτας; Πως αλλιώς να ονοματίσουμε την ορμή που, ως ματιάσει την ύλη, γοητεύεται και θέλει να τυπώσει απάνω της την όψη της; αντικρίζει το σώμα και θέλει να το περάσει, να σμίξει με την άλλη κρυμμένη στο σώμα τούτο ερωτική κραυγή, να γενούν ένα, να χαθούν, να γίνουν αθάνατες μέσα στο γιό.
Ζυγώνει την ψυχή και θέλει να σοφιλιάσει, να μην υπάρχουν εγώ και συ, φυσάει απάνω στη μάζα τους ανθρώπους και θέλει, συντρίβοντας τις αντιστάσεις του νου και του κορμιού, να σμίξουν όλες οι πνοές, να γίνουν άνεμος σφοδρός, ν’ ανασηκώσουν τη γής!
Στις πιο κρίσιμες στιγμές, ο Έρωτας συναρπάζει και σμίγει με βία τους ανθρώπους, οχτρούς και φίλους, καλούς και κακούς, είναι μια πνοή ανώτερη τους, ανεξάρτητη από την επιθυμία και από τα έργα τους. Είναι η πνοή του Θεού, η αναπνοή του, απάνω στην γη!
Κατεβαίνει απάνω στους ανθρώπους, όπως του αρέσει. Σα χορός, σαν έρωτας, σαν πείνα, σα θρησκεία, σα σφαγή. Δε μας ρωτάει.
Μέσα στη σκάφη της γης, στις κρίσιμες τούτες ώρες, ο Θεός μοχτάει να ζυμώσει τις σάρκες και τα μυαλά και να ρίξει μέσα στον ανήλεο στρόβιλο της περιστροφής του όλη τούτη τη ζύμη και να της δώσει πρόσωπο- το πρόσωπο του.
Δεν πλαντάζει από αηδία, δεν απελπίζεται μέσα στα χωματένια, μουντά σωθικά τους. Δουλεύει, προχωράει, κατατρώει τη σάρκα τους, πιάνεται από την κοιλιά, από την καρδιά, από το φαλλό, από το νου του ανθρώπου.
Δεν είναι αυτός αγαθός οικογενειάρχης, δεν μοιράζει σε όλα τα παιδιά του ίδια το ψωμί και το μυαλό. Η Αδικία, η Σκληρότητα, η Λαχτάρα, η Πείνα είναι οι τέσσερις φοράδες που οδηγούν το άρμα του απάνω στην κακοτράχηλη μας τούτη γη.
Από την ευτυχία, από την καλοπέραση και από την δόξα ποτέ δεν πλάθεται ο Θεός, παρά από την ντροπή, από την πείνα και τα δάκρυα. Σε κάθε κρίσιμη στιγμή, μια παράταξη άνθρωποι ριψοκιντύνευαν μπροστά θεοφόροι και πολεμούσαν, παίρνοντας απάνω τους όλη την ευθύνη της μάχης.
Μια φορά και έναν καιρό οι ιερείς, οι βασιλιάδες, οι άρχοντοι οι αστοί- και δημιουργούσαν πολιτισμούς, λευτέρωναν την θεότητα.
Σήμερα ο Θεός είναι αργάτης, αγριεμένος από τον κάματο, από την οργή και από την πείνα. Μυρίζει καπνό, κρασί και ιδρώτα. Βλαστημάει, πεινάει, γεννάει παιδιά. Δεν μπορεί να κοιμηθεί, φωνάζει στ’ανώγια και στα κατώγια της γης και φοβερίζει.
Ο αγέρας άλλαξε, αναπνέουμε μιαν άνοιξη βαριά, γιομάτη σπόρους. Φωνές σηκώνουνται. Ποιος φωνάζει; Εμείς φωνάζουμε, οι άνθρωποι- οι ζωντανοί, οι πεθαμένοι και οι αγέννητοι. Μα και ευτύς μας πλακώνει ο φόβος και σωπαίνουμε.
Ξεχνούμε από  τεμπελιά, από συνήθεια, από αναντρία. Μα ξάφνου πάλι η Κραυγή ξεσκίζει σαν αιτός τα σωθικά μας.
Γιατί δεν είναι απόξω, δεν έρχεται από αλάργα για να ξεφύγουμε. Μέσα στην καρδιά μας κάθεται η Κραυγή και φωνάζει.
« Κάψε το σπίτι σου!» φωνάζει ο Θεός. « Έρχουμαι!» Όποιος έχει βρει τη λύση δεν μπορεί να με βρει.
« Αγαπώ τους πεινασμένους, τους ανήσυχους, τους αλήτες. Αυτοί αιώνια συλλογιούνται την πείνα, την ανταρσία, το δρόμο τον ατελείωτο- Εμένα!
Έρχουμαι! Παράτα τη γυναίκα σου, τα παιδιά σου, τις ιδέες σου και ακολούθα με. Είμαι ο μέγας Αλήτης.
Ακολούθα! Περπάτα απάνω από τη χαρά και από τη θλίψη, από την ειρήνη, τη δικαιοσύνη, την αρετή! Εμπρός! Σύντριψε τα είδωλα τούτα, σύντριψε τα, δε χωρώ! Συντρίψου και συ για να περάσω!»
Φωτιά! Να το μέγα χρέος μας σήμερα, μέσα σε τόσο ανήθικο και ανέλπιδο χάος.
Πόλεμο στους απίστους! Άπιστοι είναι οι χορτασμένοι, οι ευχαριστημένοι, οι στείροι.
Το μίσος μας είναι χωρίς συμβιβασμό, γιατί κατέχει πως καλύτερα, βαθύτερα από τις ξέπνοες φιλάνθρωπες αγάπες, δουλεύει τον έρωτα.
Μισούμε, δε βολευόμαστε, είμαστε άδικοι, σκλήροι, γιομάτοι ανησυχία και πίστη, ζητούμε το αδύνατο, σαν τους ερωτευμένους.
Φωτιά να καθαρίσει η γη! Να ανοιχτεί άβυσσο φοβερώτερη ακόμα ανάμεσα καλού και κακού, να πληθύνει η αδικία, να κατέβει η Πείνα και να θερίσει τα σωθικά μας, αλλιώς δεν σωζόμαστε.
Μια κρίσιμη βίαιη στιγμή είναι η ιστορική εποχή μας ετούτη, ένας κόσμος γκρεμίζεται, ένας άλλος δεν έχει ακόμα γεννηθεί. Η εποχή μας δεν είναι στιγμή ισορρόπησης, όποταν η ευγένεια, ο συμβιβασμός, η ειρήνη, η αγάπη θα’ τανε γόνιμες αρετές…



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.